Άρθρα - Forum

Διαπραγμάτευση τέλος

resized

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μετά από 6 μήνες διαπραγματεύσεων με τους δανειστές κατέληξε τελικά σε μια δυσμενή συμφωνία για τη χώρα. Η στρατηγική της κυβέρνησης ήταν να φέρει μια καλή συμφωνία παραμένοντας μέσα στο ευρώ. Μάλιστα η δέσμευση για παραμονή στο ευρώ, που είναι κάτι συγκεκριμένο, ήταν πιο έντονη από την επίτευξη μιας καλή συμφωνίας, που είναι κάτι αόριστο και αφηρημένο. Αλλά ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά την έννοια της διαπραγμάτευσης.

Στην πορεία της διαπραγμάτευσης έχουμε δύο διαφορετικούς παίκτες. Την εκάστοτε κυβέρνηση που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και τους εκπροσώπους των δανειστών, την τρόικα ή αν θέλετε τους θεσμούς. Για να έχουμε διαπραγμάτευση υποθέτουμε πως οι δύο πλευρές θέλουν κάτι διαφορετικό. Αν ήθελαν το ίδιο δε θα είχε κανένα νόημα όλη αυτή η ιστορία. Έχει ενδιαφέρον να προσδιορίσουμε τι θέλει η Ελληνική πλευρά και τι η πλευρά των θεσμών. Στο τι θέλει η πλευρά των θεσμών τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα και ο καθένας μπορεί να κρίνει από τα μέτρα που μας πρότειναν και από την στρατηγική τους τα τελευταία χρόνια. Το τι θέλει η Ελληνική πλευρά δεν είναι τόσο ξεκάθαρο, τόσο μέσα στην κοινωνία όσο και μέσα στους πολιτικούς σχηματισμούς που υπάρχουν αυτή τη στιγμή.
Αν μιλήσουμε κάπως γενικά η πλευρά των παραδοσιακών παρατάξεων ΝΔ, και ΠΑΣΟΚ, αλλά και νεοσύστατων σχηματισμών όπως είναι το ΠΟΤΑΜΙ μας λένε πάνω κάτω πως η στρατηγική των δανειστών δε διαφέρει και πολύ από τη δική τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη και οι ΑΝΕΛ υποστήριζαν μια ριζικά διαφορετική, τολμώ να πω, στρατηγική για την οικονομία και τη χώρα.

Όποια και αν είναι όμως η στρατηγική σου όταν πας να διαπραγματευτείς με κάποιον, το βασικό σου όπλο σε αυτή τη διαπραγμάτευση είναι η δυνατότητα άρνησης της συμφωνίας. Τίποτα άλλο!

Για παράδειγμα όταν σε μια αγορά “διαπραγματεύεσαι” την τιμή το βασικό σου όπλο στο να ρίξεις την τιμή είναι το να μη κάνεις την αγορά. Ο πωλητής βασίζεται στο οτι θέλεις το προϊόν και οτι τελικά παρά το γεγονός οτι σου φαίνεται ακριβό τελικά θα υποκύψει στην επιθυμία της αγοράς. Από την άλλη αν η τιμή είναι πολύ μικρή, πράγμα που θα ζημιώσει τον πωλητή, ο πωλητής μπορεί να αρνηθεί την πώληση και να αναζητήσει νέο πελάτη. Ας μη γελιόμαστε δηλαδή αυτά είναι τα βασικά όπλα που διαθέτει η κάθε πλευρά. Όλα τα άλλα είναι συμπληρωματικά.

Τι προκύπτει από την έκβαση της τελικής διαπραγμάτευσης όλων αυτών των μηνών; Προκύπτει πως και αυτή η κυβέρνηση κατέληξε να συμφωνήσει σε κάτι απεχθές για να αποφύγει την καταστροφή που θα προκαλούσε η αθέτηση της συμφωνίας. Μάλιστα αυτή η έκβαση προκάλεσε και τη δικαιολογημένη ως ένα βαθμό ειρωνεία της προηγούμενης κυβέρνησης, η οποία ισχυρίζεται οτι ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάσθηκε 6 μήνες για να καταλάβει οτι σε αυτούς ήταν γνωστό όλα αυτά τα χρόνια. Μάλιστα γνωστός πολιτικός την ΝΔ σε τηλεοπτικό πάνελ είπε “Δηλαδή τι νομίσατε πως μας άρεσε εμάς να βάζουμε φόρους... Απλά για να υπάρχει χρηματοδότηση δεν υπάρχει άλλος δρόμος.”

Με λίγα λόγια όλες οι πλευρές παραδέχονται πως το μοναδικό όπλο που έχουμε στην διαπραγμάτευση με τους εταίρους είναι η απόλυτη καταστροφή για εμάς, εφόσον το χρησιμοποιήσουμε.
Τότε ποιο ακριβώς είναι το νόημα της διαπραγμάτευσης;
Να θυμίσουμε και σε ότι αφορά την τωρινή αντιπολίτευση και προηγούμενη κυβέρνηση πως και αυτή “διαπραγματευόταν”, έβαζε τις δικές τις κόκκινες γραμμές και πως οι διαβουλεύσεις κρατούσαν μέρες ή και βδομάδες. Ποιος ο λόγος να το κάνει όταν όπως η ίδια ομολογεί οποιαδήποτε σύγκρουση με τους δανειστές δεν έχει νόημα αφού στην τελική έχουν το απόλυτο όπλο εκβιασμού; Να θυμίσουμε εδώ πως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όλους αυτούς τους μήνες ακύρωσε τις εκλογικές τις εξαγγελίες και έκανε τεράστια βήματα προς την πλευρά των δανειστών και σε αντίθετη κατεύθυνση προς την δικιά της ιδεολογία. Πρότεινε ουσιαστικά σε διάφορα στάδια της διαπραγμάτευσης μέτρα αρκετών δισεκατομμυρίων που θα έπλητταν και τα μικρά και μεσαία κοινωνικά στρώματα και δέχθηκε μια σειρά φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Δεν είχαμε δηλαδή μια άτεγκτη κυβέρνηση που επέμενε στο πρόγραμμα της που ήταν ριζικά αντίθετο με τους δανειστές και θα ήταν δικαιολογημένο σε αυτά τα πλαίσια να προκαλέσει τους θεσμούς. Αντιστάθηκε, αν δεχθούμε καλόπιστα τη συνολική της στάση, με το δημοψήφισμα όταν οι θεσμοί ξεπέρασαν κόκκινες γραμμές που είχε θέσει ακόμα και η αντιπολίτευση ή θα έπρεπε να θέσει.
Γιατί αν δεν υπάρχουν στην τελική κόκκινες γραμμές ξαναγυρνάμε στην αρχική θέση:
Για ποιο λόγο όλα αυτά τα χρόνια γίνονταν διαπραγματεύσεις;
Στην πραγματικότητα και βασιζόμενοι στα ίδια τα επιχειρήματα που σήμερα συμφωνούν τα περισσότερα κόμματα οι διαπραγματεύσεις όλα αυτά τα χρόνια ήταν ένα θέατρο. Δεν υπάρχει διαπραγμάτευση. Υπάρχουν οι δανειστές, η τρόικα, οι θεσμοί ας τους πούμε όπως θέλουμε, οι οποίοι έχουν το απόλυτο όπλο της καταστροφής σου και ουσιαστικά σου υπαγορεύουν τι θέλουν να κάνεις. Ουσιαστικά δεν έχει νόημα και η βουλή όπως την ξέρουμε σήμερα. Αν δε θέλαμε να κοροϊδευόμαστε όλοι μας θα έπρεπε οι θεσμοί απλά να υπαγορεύουν 2-3 εναλλακτικές δέσμες μέτρων και το μόνο μέλημα της κυβέρνησης θα ήταν η επιλογή και η διαχείριση των μέτρων. Αυτή φυσικά δεν είναι η πραγματικότητα όπως είναι, αλλά η πραγματικότητα που προκύπτει από την στάση όλων των κομμάτων που κυβέρνησαν στα χρόνια του μνημονίου. Με βάση την λογική των κομμάτων αυτών δε έχουν νόημα και οι εκλογές, τουλάχιστον με τη μορφή που είναι σήμερα.

Για να πάμε όμως και στα δύο κόμματα της σημερινής βουλής και τα οποία δεν έχουν κυβερνήσει ακόμη. Από τη μία έχουμε την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ η οποία έχει καταγγελτικό, αντιμνημονιακό χαρακτήρα και λειτουργεί κυρίως με το συναίσθημα και χωρίς κάποιο πρόγραμμα και από την άλλη το ΚΚΕ που μας λέει οτι όλοι πλην αυτού, όλοι μα όλοι και ανεξάρτητα από ιδεολογία, πρόγραμμα, σχέδιο αλλαγή νομίσματος κτλ κοροϊδεύουν τον κόσμο. Το βασικό επιχείρημα του ΚΚΕ είναι οτι η διαφορά του σε σχέση με τα άλλα κόμματα είναι οτι θα φέρει κουμουνισμό ο οποίος είναι και η μοναδική λύση. Επειδή όμως λογικά ακόμα και να καταφέρει να κυβερνήσει κουμουνισμό δε θα φέρει η αξιοπιστία του κρίνεται όσο και των προηγούμενων. Με λίγα λόγια στην παρούσα φάση δε φαίνεται να υπάρχει κόμμα, άσχετα με αυτά που λέει που να έχει τη διάθεση να συγκρουστεί με τους δανειστές ή να προτείνει κάτι διαφορετικό.

Ποια είναι η λύση λοιπόν; Καταρχήν να πούμε πως είναι απαράδεκτο για οποιοδήποτε κόμμα να μην έχει ουσιαστικά κόκκινες γραμμές όταν συνδιαλέγεται με εξωτερικές δυνάμεις και αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τα συμφέροντα των πολιτών. Και έχει κόκκινες γραμμές μόνο εφόσον είναι διατεθειμένο να αθετήσει τις συμφωνίες με τον εξωτερικό παράγοντα και να ακολουθήσει τη δικιά του πολιτική για το συμφέρον της κοινωνίας. Μόνο τότε έχεις πραγματικά κόκκινες γραμμές, διαφορετικά κοροϊδεύεις και στην πράξη είσαι έτοιμος να δεχθείς την οποιαδήποτε απαίτηση των απέξω. Για παράδειγμα αφού η οποιαδήποτε σύγκρουση με τους θεσμούς οδηγεί σε καταστροφή τι τους εμποδίζει να πάρουν 20 δις μέτρα ή 30 δις κτλ το νούμερο μπορείτε να το βάλλεται μόνοι σας.

Επιπλέον όταν έχεις πραγματικά κόκκινες γραμμές έχεις αναγκαστικά και Plan B και C και D αν χρειαστεί. Θα κάνεις δηλαδή τα πάντα για να αποφύγεις την καταστροφή που σου επιβάλλουν οι άλλοι, ανεξάρτητα αν είσαι αριστερός ή δεξιός. Για παράδειγμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η υπεράσπιση ζωτικών αναγκών της κοινωνίας θα πρέπει να είναι προνόμιο της αριστεράς; Δηλαδή αν αύριο έχουμε μια δεξιά κυβέρνηση και της πούνε πως θα πρέπει όλοι οι εργαζόμενοι να βγαίνουν στη σύνταξη μετά τα 80 και να παίρνουν 100 ευρώ είναι λογικό να τα δεχθεί; Επίσης προνόμιο της αριστεράς δε θα έπρεπε να είναι και η διαγραφή χρέους για να γίνει το χρέος βιώσιμο καθώς και η πρόταση για εθνικό νόμισμα. Να σημειώσουμε εδώ πως από την αρχή της νομισματικής ένωσης και τη διάρκεια της κρίσης υπάρχουν διακεκριμένοι οικονομολόγοι και πολιτικοί παράγοντες που παρά το γεγονός πως έχουν φιλελεύθερο προσανατολισμό είναι υπέρ και της διαγραφής χρέους και του εθνικού νομίσματος.

Το σημαντικό φυσικά είναι τις κόκκινες γραμμές να τις προασπίζεται πρώτα από όλα η ίδια η κοινωνία. Τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα μας έφεραν αντιμέτωπους με πρωτόγνωρες καταστάσεις και προ τον ευθυνών μας. Αν η οποιαδήποτε σύγκρουση με τους θεσμούς περιγράφεται σαν η απόλυτη καταστροφή αυτό θα πρέπει να μελετηθεί διεξοδικά και όχι υπό το πρίσμα του φόβου και θα πρέπει να συγκριθεί φυσικά με την καταστροφή που βιώσαμε και θα βιώσουμε τα επόμενα χρόνια. Και πάνω από όλα με όρους αξιοπρέπειας.
8 μήνες πριν

Δημήτρης

Τι να πει κανείς κατάντια.

29.09.2016